Home > Όροι > Macedonian (MK) > селски

селски

1. relating to rural areas

  2. living in or characteristic of farming or country life

0
Προσθήκη στο Γλωσσάρι μου

Τι θέλετε να πείτε;

Πρέπει να συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε σε συζητήσεις.

Ορολογία Ειδήσεων

Featured Terms

ane.red
  • 0

    Όροι

  • 0

    Γλωσσάρια

  • 4

    Οπαδοί

Κλάδος/Τομέας: Water bodies Category: Lakes

езеро Њаса

An African Great Lake and the southernmost lake in the Great Rift Valley system of East Africa. This lake,('''the third largest in Africa and the ...

Διακεκριμένα γλωσσάρια

Christianity

Κατηγορία: Θρησκεία   1 13 Όροι

The Top 25 Must-See Movies Of 2014

Κατηγορία: Ψυχαγωγία   1 25 Όροι