Home > Όροι > Filipino (TL) > ahensiya

ahensiya

Commercial organisation that provides a set of services in architecture. It oftens gathers several architects.

0
Προσθήκη στο Γλωσσάρι μου

Τι θέλετε να πείτε;

Πρέπει να συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε σε συζητήσεις.

Ορολογία Ειδήσεων

Featured Terms

Mavel Morilla
  • 0

    Όροι

  • 2

    Γλωσσάρια

  • 2

    Οπαδοί

Κλάδος/Τομέας: Anatomy Category:

aknestis

Ang bahagi ng katawan na hindi maabot (sa simula), karaniwang ang puwang sa pagitan ng balikat blades.

Συμβάλλων

Διακεκριμένα γλωσσάρια

International Commercial

Κατηγορία: Business   1 5 Όροι

MMO Gamer

Κατηγορία: Ψυχαγωγία   1 20 Όροι