Home > Όροι > Filipino (TL) > karpentero

karpentero

A carpenter (builder) is a skilled craftsperson who performs carpentry. Carpenters work with timber to construct, install and maintain buildings, furniture, and other objects. The work may involve manual labor and work outdoors.

0
Προσθήκη στο Γλωσσάρι μου

Τι θέλετε να πείτε;

Πρέπει να συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε σε συζητήσεις.

Ορολογία Ειδήσεων

Featured Terms

Mavel Morilla
  • 0

    Όροι

  • 2

    Γλωσσάρια

  • 2

    Οπαδοί

Κλάδος/Τομέας: Snack foods Category: Sandwiches

sanwits

Ang sanwits ay mula sa isa o higit pang hiwa ng tinapay na may nakagpapalusog na palaman sa pagitan nito. Anumang uri ng tinapay, krema, o pan de unan ...

Συμβάλλων

Διακεκριμένα γλωσσάρια

Financial Derivatives

Κατηγορία: Εκπαίδευση   1 3 Όροι

Humanitarian Aid

Κατηγορία: Politics   1 22 Όροι