Home > Όροι > Filipino (TL) > disenyo

disenyo

The act of working out the form of something (as by making a sketch or outline or plan).

0
Προσθήκη στο Γλωσσάρι μου

Τι θέλετε να πείτε;

Πρέπει να συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε σε συζητήσεις.

Ορολογία Ειδήσεων

Featured Terms

Mavel Morilla
  • 0

    Όροι

  • 2

    Γλωσσάρια

  • 2

    Οπαδοί

Κλάδος/Τομέας: Weddings Category: Wedding services

malamig na kasal

Ang ayos na kasal kung saan ang seremonya ay ginaganap sa nagyeyelong temperatura. Ang malamig na kasalan ay karaniwang kaisipan na nagsisimbolo ng ...

Συμβάλλων

Διακεκριμένα γλωσσάρια

Media Convergence

Κατηγορία: Τεχνολογία   1 6 Όροι

Most Widely Spoken Languages in the World 2014

Κατηγορία: Languages   2 10 Όροι