Home > Όροι > Filipino (TL) > mason

mason

A craftsman who works with stone, brick, concrete. Masonry is commonly used for the walls of buildings, retaining walls and monuments

0
Προσθήκη στο Γλωσσάρι μου

Τι θέλετε να πείτε;

Πρέπει να συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε σε συζητήσεις.

Ορολογία Ειδήσεων

Featured Terms

Mavel Morilla
  • 0

    Όροι

  • 2

    Γλωσσάρια

  • 2

    Οπαδοί

Κλάδος/Τομέας: Anatomy Category: Cytology

cell..

Cell functional pangunahing yunit ng buhay (Ang lahat ng mga buhay na organismo ay ginawa sa kanila). Sila ay natuklasan ni Robert Hooke sa 1665. Ang ...

Συμβάλλων

Διακεκριμένα γλωσσάρια

Financial Derivatives

Κατηγορία: Εκπαίδευση   1 3 Όροι

Humanitarian Aid

Κατηγορία: Politics   1 22 Όροι