Home > Όροι > Filipino (TL) > proyekto

proyekto

Any piece of work that is undertaken or attempted. In architecture project is used to denominate the realization of a building.

0
Προσθήκη στο Γλωσσάρι μου

Τι θέλετε να πείτε;

Πρέπει να συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε σε συζητήσεις.

Ορολογία Ειδήσεων

Featured Terms

Mavel Morilla
  • 0

    Όροι

  • 2

    Γλωσσάρια

  • 2

    Οπαδοί

Κλάδος/Τομέας: Τροφιμα Category: Herbs & spices

palumpon ng garni

Paglalarawan ng timpla ng damo: Maliit na bundle ng mga herbs (perehil, tim at mga dahon ng bay klasikong kumbinasyon) nakatali magkasama o balot sa ...

Συμβάλλων

Διακεκριμένα γλωσσάρια

Media Convergence

Κατηγορία: Τεχνολογία   1 6 Όροι

Most Widely Spoken Languages in the World 2014

Κατηγορία: Languages   2 10 Όροι