Home > Όροι > Filipino (TL) > rural

rural

1. relating to rural areas

  2. living in or characteristic of farming or country life

0
Προσθήκη στο Γλωσσάρι μου

Τι θέλετε να πείτε;

Πρέπει να συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε σε συζητήσεις.

Ορολογία Ειδήσεων

Featured Terms

Mavel Morilla
  • 0

    Όροι

  • 2

    Γλωσσάρια

  • 2

    Οπαδοί

Κλάδος/Τομέας: Anatomy Category: Cytology

cell..

Cell functional pangunahing yunit ng buhay (Ang lahat ng mga buhay na organismo ay ginawa sa kanila). Sila ay natuklasan ni Robert Hooke sa 1665. Ang ...

Συμβάλλων

Διακεκριμένα γλωσσάρια

Media Convergence

Κατηγορία: Τεχνολογία   1 6 Όροι

Most Widely Spoken Languages in the World 2014

Κατηγορία: Languages   2 10 Όροι