Home > Όροι > Spanish, Latin American (XL) > albañil

albañil

Un artesano que trabaja con piedra, ladrillo, hormigón. La albañilería es comúnmente utilizada para las paredes de edificios, muros contenedores y monumentos.

0
Προσθήκη στο Γλωσσάρι μου

Τι θέλετε να πείτε;

Πρέπει να συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε σε συζητήσεις.

Ορολογία Ειδήσεων

Featured Terms

Paula Reyes
  • 0

    Όροι

  • 0

    Γλωσσάρια

  • 2

    Οπαδοί

Κλάδος/Τομέας: Εκπαίδευση Category: Teaching

resultado del aprendizaje

Resultado final de un proceso de aprendizaje, es decir, lo que se ha aprendido.

Διακεκριμένα γλωσσάρια

Hunger Games

Κατηγορία: Λογοτεχνία   2 39 Όροι

Tanjung's Sample Business 2

Κατηγορία: Travel   3 4 Όροι