Home > Terms > Spanish, Latin American (XL) > acondicionador de aire portátil

acondicionador de aire portátil

Un acondicionador de aire que puede utilizarse en diferentes habitaciones, el cual incluye un tubo de escape que lleva fuera de la habitación a través de una ventana.

0
  • Μέρος του λόγου: noun
  • Συνώνυμο(α):
  • Blossary:
  • Κλάδος/Τομέας: Household appliances
  • Category: Air conditioners
  • Company:
  • Προϊόν:
  • Ακρώνυμο-συντόμευση:
Προσθήκη στο Γλωσσάρι μου

Τι θέλετε να πείτε;

Πρέπει να συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε σε συζητήσεις.

Terms in the News

Featured Terms

LoveGod
  • 972

    Terms

  • 0

    Γλωσσάρια

  • 4

    Followers

Κλάδος/Τομέας: Fitness Category: Workouts

pandiculación

La acción de desperezarse y bostezar.

Συμβάλλων

Edited by

Contributors in Household appliances

Featured blossaries

People of Renaissance

Κατηγορία: Arts   1 19 Terms

Intro to Psychology

Κατηγορία: Education   1 5 Terms