Home > Όροι > Macedonian (MK) > градски

градски

1.Located in or characteristic of a city or city life.

2.Relating to or concerned with a city or densely populated area.

0
Προσθήκη στο Γλωσσάρι μου

Τι θέλετε να πείτε;

Πρέπει να συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε σε συζητήσεις.

Ορολογία Ειδήσεων

Featured Terms

alex sk
  • 0

    Όροι

  • 3

    Γλωσσάρια

  • 0

    Οπαδοί

Κλάδος/Τομέας: Τροφιμα Category: International dishes

Кашкавал

Кашкавал е вид на жолто сирење кое се произведува од крабјо или обчо млеко. Кашкавалот од Галичник е исклучиво овчи, а самото село има ...

Διακεκριμένα γλωσσάρια

Christianity

Κατηγορία: Θρησκεία   1 13 Όροι

The Top 25 Must-See Movies Of 2014

Κατηγορία: Ψυχαγωγία   1 25 Όροι

Browers Terms By Category