Home > Όροι > Macedonian (MK) > вентилација

вентилација

The act of supplying fresh air and getting rid of foul air, around a closed space.

A mechanical system in a building that provides fresh air.

0
Προσθήκη στο Γλωσσάρι μου

Τι θέλετε να πείτε;

Πρέπει να συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε σε συζητήσεις.

Ορολογία Ειδήσεων

Featured Terms

Jasmin
  • 0

    Όροι

  • 0

    Γλωσσάρια

  • 20

    Οπαδοί

Κλάδος/Τομέας: Αεροπορία Category: Διαστημόπλοια

вселенски шатл

A reusable spacecraft with wings developed by the U.S. National Aeronautics and Space Administration (NASA) for human spaceflight missions. The first ...

Διακεκριμένα γλωσσάρια

All time popular songs

Κατηγορία: Ψυχαγωγία   1 6 Όροι

Maritime

Κατηγορία: Μηχανική   1 1 Όροι