Home > Όροι > Filipino (TL) > rural

rural

1. relating to rural areas

  2. living in or characteristic of farming or country life

0
Προσθήκη στο Γλωσσάρι μου

Τι θέλετε να πείτε;

Πρέπει να συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε σε συζητήσεις.

Ορολογία Ειδήσεων

Featured Terms

Mavel Morilla
  • 0

    Όροι

  • 2

    Γλωσσάρια

  • 2

    Οπαδοί

Κλάδος/Τομέας: Anatomy Category:

aknestis

Ang bahagi ng katawan na hindi maabot (sa simula), karaniwang ang puwang sa pagitan ng balikat blades.

Συμβάλλων

Διακεκριμένα γλωσσάρια

Russian Musicians

Κατηγορία: Arts   1 20 Όροι

Knitting Needles

Κατηγορία: Arts   1 21 Όροι