Home > Όροι > Filipino (TL) > rural

rural

1. relating to rural areas

  2. living in or characteristic of farming or country life

0
Προσθήκη στο Γλωσσάρι μου

Τι θέλετε να πείτε;

Πρέπει να συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε σε συζητήσεις.

Ορολογία Ειδήσεων

Featured Terms

Danilo R. dela Cruz Jr.
  • 0

    Όροι

  • 0

    Γλωσσάρια

  • 3

    Οπαδοί

Κλάδος/Τομέας: Ψυχαγωγία Category: Μουσική

Adam Young

American musician who founded the band, Owl City, via MySpace. He was signed onto Universal Republic record company in 2009. Before signing on with ...

Συμβάλλων

Διακεκριμένα γλωσσάρια

Christmas Facts

Κατηγορία: Κουλτούρα   1 4 Όροι

Human trafficking

Κατηγορία: Επιστήμη   2 108 Όροι