Home > Όροι > Filipino (TL) > urban

urban

1.Located in or characteristic of a city or city life.

2.Relating to or concerned with a city or densely populated area.

0
Προσθήκη στο Γλωσσάρι μου

Τι θέλετε να πείτε;

Πρέπει να συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε σε συζητήσεις.

Ορολογία Ειδήσεων

Featured Terms

Mavel Morilla
  • 0

    Όροι

  • 2

    Γλωσσάρια

  • 2

    Οπαδοί

Κλάδος/Τομέας: Drama Category: Acting

nakapamaywang

isang posisyon na kung saan ang mga kamay ay nasa balakang at ang mga siko ay nakatungo palabas

Συμβάλλων

Διακεκριμένα γλωσσάρια

Russian Musicians

Κατηγορία: Arts   1 20 Όροι

Knitting Needles

Κατηγορία: Arts   1 21 Όροι