Home > Όροι > Filipino (TL) > urban

urban

1.Located in or characteristic of a city or city life.

2.Relating to or concerned with a city or densely populated area.

0
Προσθήκη στο Γλωσσάρι μου

Τι θέλετε να πείτε;

Πρέπει να συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε σε συζητήσεις.

Ορολογία Ειδήσεων

Featured Terms

Stephanie Cuevas
  • 0

    Όροι

  • 0

    Γλωσσάρια

  • 2

    Οπαδοί

Κλάδος/Τομέας: Εκπαίδευση Category: Teaching

kakayahan ng pagsasalita

skills or abilities in oral speech, ability of speech, fluency in speaking

Συμβάλλων

Διακεκριμένα γλωσσάρια

Christmas Facts

Κατηγορία: Κουλτούρα   1 4 Όροι

Human trafficking

Κατηγορία: Επιστήμη   2 108 Όροι