Home > Όροι > Spanish, Latin American (XL) > constructor

constructor

Un trabajador que tiene habilidades especiales en la industria de la construcción. Un constructor puede ser albañil, electricista, plomero, pintor, carpintero...

0
Προσθήκη στο Γλωσσάρι μου

Τι θέλετε να πείτε;

Πρέπει να συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε σε συζητήσεις.

Ορολογία Ειδήσεων

Featured Terms

Javier Bartaburu
  • 0

    Όροι

  • 0

    Γλωσσάρια

  • 3

    Οπαδοί

Κλάδος/Τομέας: Plants Category: Flowers

flor

Collection of reproductive structures found in flowering plants.

Διακεκριμένα γλωσσάρια

Media Convergence

Κατηγορία: Τεχνολογία   1 6 Όροι

Most Widely Spoken Languages in the World 2014

Κατηγορία: Languages   2 10 Όροι