Home > Όροι > Spanish, Latin American (XL) > compensación

compensación

A group of actions designed to undo or mitigate the effect of a committed transaction.

0
  • Μέρος του λόγου: noun
  • Συνώνυμο(α):
  • Blossary:
  • Κλάδος/Τομέας: Software
  • Category: Operating systems
  • Company: Microsoft
  • Προϊόν:
  • Ακρώνυμο-συντόμευση:
Προσθήκη στο Γλωσσάρι μου

Τι θέλετε να πείτε;

Πρέπει να συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε σε συζητήσεις.

Ορολογία Ειδήσεων

Featured Terms

dskorce
  • 0

    Όροι

  • 0

    Γλωσσάρια

  • 2

    Οπαδοί

Κλάδος/Τομέας: Holiday Category: Religious holidays

Janucá

Es una fiesta judía que dura por ocho días, celebrando la recuperación del Templo Sagrado en Jerusalén. Típicamente se enciende un candelabro de ...

Διακεκριμένα γλωσσάρια

Starbucks Espresso Beverages

Κατηγορία: Food   2 34 Όροι

5 different Black Friday

Κατηγορία: Ιστορία   2 5 Όροι