Home > Όροι > Spanish, Latin American (XL) > poro

poro

Any opening into or through a tissue or body structure.

0
  • Μέρος του λόγου: noun
  • Συνώνυμο(α):
  • Blossary:
  • Κλάδος/Τομέας: Biology
  • Category: Zoology
  • Company: Berkeley
  • Προϊόν:
  • Ακρώνυμο-συντόμευση:
Προσθήκη στο Γλωσσάρι μου

Τι θέλετε να πείτε;

Πρέπει να συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε σε συζητήσεις.

Ορολογία Ειδήσεων

Featured Terms

michael.cen
  • 0

    Όροι

  • 0

    Γλωσσάρια

  • 13

    Οπαδοί

Κλάδος/Τομέας: Sociology Category: General sociology

comercio electrónico

Numerosas maneras con que la gente con acceso a internet hace negocios desde sus computadoras.

Διακεκριμένα γλωσσάρια

Football

Κατηγορία: Σπορ   2 16 Όροι

International plug types

Κατηγορία: Τεχνολογία   2 5 Όροι