Home > Όροι > Spanish, Latin American (XL) > renovación

renovación

1. La acción de mejorar al renovar y restaurar. 2. El estado de ser restaurado a su mejor condición.

0
Προσθήκη στο Γλωσσάρι μου

Τι θέλετε να πείτε;

Πρέπει να συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε σε συζητήσεις.

Ορολογία Ειδήσεων

Featured Terms

Sysop02
  • 0

    Όροι

  • 0

    Γλωσσάρια

  • 1

    Οπαδοί

Κλάδος/Τομέας: Translation & localization Category: Translation

ladino

El ladino es un idioma antiguo que hablaban los judíos de España; es una mezcla de hebreo y español. Hoy en día, algunos descendientes todavía lo ...

Διακεκριμένα γλωσσάρια

Media Convergence

Κατηγορία: Τεχνολογία   1 6 Όροι

Most Widely Spoken Languages in the World 2014

Κατηγορία: Languages   2 10 Όροι