
Home > Βιομηχανία/Τομέας > Νομική; Legal services > General law
General law
Common terminology used in legal business.
Industry: Νομική; Legal services
Προσθήκη νέου όρουContributors in Γενική νομική
General law
το προνόμιο της γυναίκας συζύγου
Νομική; Γενική νομική
Δικαίωμα όπου το παντρεμένο ζευγάρι δεν είναι υποχρεωμένος να αποκαλύψει τους ιδιωτικές συνομιλίες, ακόμη και στο δικαστήριο. ...
ύψος της Ευρωβινιέτας
Νομική; Γενική νομική
Η πράξη της ενεχυρίαση ένα πράγμα ως εγγύηση για ένα χρέος ή ζήτησης χωρίς χωρίστρα με την κατοχή.
θέσπιση
Νομική; Γενική νομική
Η πράξη της πέρασμα του ένα νομοσχέδιο από μια νομοθετική έγκριση και κύρωση, μετά την οποία καθιερώνεται ως ...
ακρόαση
Νομική; Γενική νομική
Προκαταρκτική εξέταση όπου αποδείξεων με σκοπό τον καθορισμό ένα θέμα γεγονός και λήψης απόφασης βάσει αποδεικτικών στοιχείων. ...
φήμες
Νομική; Γενική νομική
Προκαταρκτική εξέταση όπου αποδείξεων με σκοπό τον καθορισμό ένα θέμα γεγονός και λήψης απόφασης βάσει αποδεικτικών στοιχείων. ...
κληρονόμος
Νομική; Γενική νομική
Κάθε πρόσωπο το οποίο δικαιούται βάσει του κράτους δικαίου, να πετύχει στην ιδιότητα του θανόντος καλείται κληρονόμου. Αν και συνήθως περιλαμβάνει τα μέλη της οικογένειας του θανόντος, μπορεί επίσης ...
κρυφό προτέρημα
Νομική; Γενική νομική
Κάτι της αξίας που δεν δηλώνεται ως περιουσιακό στοιχείο στα βιβλία της επιχείρησης, ως επί το πλείστον για τη διαφυγή από ...
Διακεκριμένα γλωσσάρια
stanley soerianto
0
Όροι
107
Γλωσσάρια
6
Οπαδοί
The 12 Best Luxury Hotels in Jakarta

