Home > Όροι > Macedonian (MK) > реновирање

реновирање

1. The act of improving by renewing and restoring

2. The state of being restored to its former good condition.

0
Προσθήκη στο Γλωσσάρι μου

Τι θέλετε να πείτε;

Πρέπει να συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε σε συζητήσεις.

Ορολογία Ειδήσεων

Featured Terms

ane.red
  • 0

    Όροι

  • 0

    Γλωσσάρια

  • 4

    Οπαδοί

Κλάδος/Τομέας: Ανθρωποι Category: Musicians

Џон Ленон

John Lennon, (9 October 1940 – 8 December 1980) was a celebrated and influential musician and singer-songwriter who rose to worldwide fame as one of ...

Διακεκριμένα γλωσσάρια

All time popular songs

Κατηγορία: Ψυχαγωγία   1 6 Όροι

Maritime

Κατηγορία: Μηχανική   1 1 Όροι

Browers Terms By Category