Home > Όροι > Σερβικά > грађевинска дозвола

грађевинска дозвола

A written governmental permission for the construction of a new building or other improvement, the demolition or substantial repair of an existing structure, or the installment of factory-built housing.

0
  • Μέρος του λόγου: noun
  • Συνώνυμο(α):
  • Blossary:
  • Κλάδος/Τομέας: Real estate
  • Category: General
  • Company: Century 21
  • Προϊόν:
  • Ακρώνυμο-συντόμευση:
Προσθήκη στο Γλωσσάρι μου

Τι θέλετε να πείτε;

Πρέπει να συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε σε συζητήσεις.

Ορολογία Ειδήσεων

Featured Terms

sonjap
  • 0

    Όροι

  • 0

    Γλωσσάρια

  • 2

    Οπαδοί

Κλάδος/Τομέας: Communication Category: Postal communication

делтиологија

Делтиологија се односи на сакупљање и проучавање разгледница, обично из хобија.

Συμβάλλων

Διακεκριμένα γλωσσάρια

Linguistics

Κατηγορία: Languages   1 10 Όροι

Discworld Books

Κατηγορία: Λογοτεχνία   4 20 Όροι