Home > Όροι > Filipino (TL) > karpentero

karpentero

A carpenter (builder) is a skilled craftsperson who performs carpentry. Carpenters work with timber to construct, install and maintain buildings, furniture, and other objects. The work may involve manual labor and work outdoors.

0
Προσθήκη στο Γλωσσάρι μου

Τι θέλετε να πείτε;

Πρέπει να συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε σε συζητήσεις.

Ορολογία Ειδήσεων

Featured Terms

Mavel Morilla
  • 0

    Όροι

  • 2

    Γλωσσάρια

  • 2

    Οπαδοί

Κλάδος/Τομέας: Πολεμικές τέχνες Category: Oil painting

Ang Mona Lisa

Ang Mona Lisa ay malawak na kinikilala bilang isa sa mga pinaka-tanyag na mga kuwadro na gawa sa kasaysayan ng sining. Ito ay isang kalahating-haba na ...

Συμβάλλων

Διακεκριμένα γλωσσάρια

Computer Network

Κατηγορία: Τεχνολογία   2 18 Όροι

Scandal Characters

Κατηγορία: Ψυχαγωγία   1 18 Όροι