Home > Όροι > Spanish, Latin American (XL) > carpintería

carpintería

Trabajo del carpintero, fabricación e instalación de accesorios en construcciones con materiales como madera y aluminio.

0
Προσθήκη στο Γλωσσάρι μου

Τι θέλετε να πείτε;

Πρέπει να συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε σε συζητήσεις.

Ορολογία Ειδήσεων

Featured Terms

Hansi Rojas
  • 0

    Όροι

  • 0

    Γλωσσάρια

  • 3

    Οπαδοί

Κλάδος/Τομέας: Κουλτούρα Category: Ανθρωποι

Sitio declarado Patrimonio Mundial de la UNESCO

Un sitio declarado Patrimonio Mundial de la UNESCO es un lugar que se encuentra en la lista de la organización de la UNESCO por su especial ...

Συμβάλλων

Διακεκριμένα γλωσσάρια

Hunger Games

Κατηγορία: Λογοτεχνία   2 39 Όροι

Tanjung's Sample Business 2

Κατηγορία: Travel   3 4 Όροι