Home > Βιομηχανία/Τομέας > Υπολογιστές > Workstations
Workstations
Of or pertaining to any computer intended for personal use, but with a much faster processor and more memory than an ordinary personal computer.
Industry: Υπολογιστές
Προσθήκη νέου όρουContributors in Workstations
Workstations
ομάδα
Υπολογιστές; Workstations
Επικυρωμένη ομάδα χρηστών που κατατάσσονται με βάση κοινά χαρακτηριστικά, όπως η επαγγελματική ιδιότητα ή το προφίλ τους. Οι ομάδες συνδέονται επίσης με ένα σύνολο ρόλων, και κάθε χρήστης που είναι ...
εφαρμογή Web
Υπολογιστές; Workstations
Μία εφαρμογή γραμμένη για το διαδίκτυο, συμπεριλαμβανομένων όσων δημιουργούνται με τεχνολογίες Java, όπως JavaServer Pages και servlets, καθώς και εκείνων που δημιουργούνται με τεχνολογίες χωρίς ...
συναλλαγή
Υπολογιστές; Workstations
Μια ατομική μονάδα εργασίας που τροποποιεί δεδομένα. Μια συναλλαγή περικλείει μία ή περισσότερες προτάσεις του προγράμματος, οι οποίες είτε ολοκληρώνονται όλες, είτε αναιρούνται όλες. Οι συναλλαγές ...
υπηρεσία Web
Υπολογιστές; Workstations
Μία εφαρμογή που υφίσταται σε ένα κατανεμημένο περιβάλλον, όπως το διαδίκτυο. Μία υπηρεσία Web δέχεται μία αίτηση, εκτελεί τις ενέργειές της με βάση αυτή την αίτηση και επιστρέφει ένα αποτέλεσμα. Η ...
κατανεμημένη εφαρμογή
Υπολογιστές; Workstations
Μία εφαρμογή αποτελούμενη από διακριτά συστατικά, τα οποία εκτελούνται σε ξεχωριστά περιβάλλοντα εκτέλεσης, συνήθως σε διαφορετικές πλατφόρμες, συνδεδεμένες μέσω ενός δικτύου. Οι τυπικές κατανεμημένες ...
πόρος Web
Υπολογιστές; Workstations
Ένα σταικό ή δυναμικό αντικείμενο που περιέχεται σε μία εφαρμογή Web το οποίο μπορεί να αναφερθεί από ένα URL.
καταγραφή
Υπολογιστές; Workstations
Το σημείο σε μία συναλλαγή όταν όλες οι ενημερώσεις σε οποιουσδήποτε πόρους εμπλέκονται στην συναλλαγή καθίστανται ...