Home > Όροι > Macedonian (MK) > степен

степен

Unit used to measure angles.

0
  • Μέρος του λόγου: noun
  • Συνώνυμο(α):
  • Blossary:
  • Κλάδος/Τομέας: Mathematics
  • Category: Geometry
  • Company:
  • Προϊόν:
  • Ακρώνυμο-συντόμευση:
Προσθήκη στο Γλωσσάρι μου

Τι θέλετε να πείτε;

Πρέπει να συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε σε συζητήσεις.

Ορολογία Ειδήσεων

Featured Terms

Kristina Ivanovska
  • 0

    Όροι

  • 0

    Γλωσσάρια

  • 1

    Οπαδοί

аортална валвула

The aortic valve is the heart's main doorway between the left ventricle and the aorta. The aortic valve can be affected by a range of problems that ...

Διακεκριμένα γλωσσάρια

Test Business Blossary

Κατηγορία: Business   2 1 Όροι

Retail/ Trading

Κατηγορία: Arts   1 1 Όροι