Home > Όροι > Spanish, Latin American (XL) > paneles solares

paneles solares

Celdas solares conectadas en serie y/o en paralelo para generar energía. A menudo, la única fuente de energía para una nave espacial.

0
  • Μέρος του λόγου: noun
  • Συνώνυμο(α):
  • Blossary:
  • Κλάδος/Τομέας: Electrical equipment
  • Category: Power supplies
  • Company:
  • Προϊόν:
  • Ακρώνυμο-συντόμευση:
Προσθήκη στο Γλωσσάρι μου

Τι θέλετε να πείτε;

Πρέπει να συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε σε συζητήσεις.

Ορολογία Ειδήσεων

Featured Terms

Francisca Bittner
  • 0

    Όροι

  • 0

    Γλωσσάρια

  • 8

    Οπαδοί

Κλάδος/Τομέας: Αεροπορία Category: Διαστημόπλοια

transbordador espacial

Nave espacial reutilizable con alas desarrollado por la Administración Nacional de Aeronáutica y del Espacio de Estados Unidos (NASA) para misiones de ...

Συμβάλλων

Διακεκριμένα γλωσσάρια

French origin terms in English

Κατηγορία: Languages   1 2 Όροι

Robin Williams

Κατηγορία: Ψυχαγωγία   2 8 Όροι