Home > Όροι > Spanish, Latin American (XL) > urbano

urbano

1. Ubicado en o característico de una ciudad o urbe.

2. Relacionado a o involucrado con una ciudad o un área densamente poblada.

0
Προσθήκη στο Γλωσσάρι μου

Τι θέλετε να πείτε;

Πρέπει να συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε σε συζητήσεις.

Ορολογία Ειδήσεων

Featured Terms

Gabriela Lozano
  • 0

    Όροι

  • 0

    Γλωσσάρια

  • 7

    Οπαδοί

Κλάδος/Τομέας: Μουσική Category: Bands

The Strokes

American rock band formed in 1998 in New York City, including Julian Casablancas, Nick Valensi, Albert Hammond, Jr., Nikolai Fraiture and Fabrizio ...

Διακεκριμένα γλωσσάρια

Hunger Games

Κατηγορία: Λογοτεχνία   2 39 Όροι

Tanjung's Sample Business 2

Κατηγορία: Travel   3 4 Όροι